Market Ειδήσεις

Έρευνα της ΕΚΤ διαπιστώνει αυστηρότερους όρους τραπεζικού δανεισμού για τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ

mm
Προσθέστε το Securities.io στις προτιμώμενες πηγές σας στο Google

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δήλωσε στις 26 Οκτωβρίου 2026 ότι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του 40ού γύρου της Έρευνας για την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση (SAFE), οι επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ ανέφεραν περαιτέρω καθαρή αυστηροποίηση των επιτοκίων των τραπεζικών δανείων και άλλων όρων δανεισμού το τρίτο τρίμηνο του 2026, ενώ η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων μειώθηκε περισσότερο από τις χρηματοδοτικές ανάγκες.

Καθαρό ποσοστό 46% των επιχειρήσεων ανέφερε υψηλότερα επιτόκια τραπεζικών δανείων, έναντι 42% το προηγούμενο τρίμηνο. Οι μεγάλες επιχειρήσεις ανέφεραν συχνότερα αυξήσεις, με καθαρό ποσοστό 55%, έναντι 41%, σε σύγκριση με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), όπου το καθαρό ποσοστό ήταν 38%, από 43%. Καθαρό ποσοστό 27% των επιχειρήσεων ανέφερε αυξήσεις σε άλλα χρηματοδοτικά κόστη, όπως χρεώσεις, τέλη και προμήθειες, από 31% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ καθαρό ποσοστό 14% ανέφερε αυστηρότερες απαιτήσεις για εξασφαλίσεις, από 10%.

Ο δείκτης της ΕΚΤ για τους όρους τιμολόγησης και τις προϋποθέσεις έδειξε περαιτέρω αυστηροποίηση, σε παρόμοιο βαθμό για τις ΜΜΕ και τις μεγάλες επιχειρήσεις, σύμφωνα με την πλήρη έκθεση που δημοσιεύτηκε μαζί με την ανακοίνωση. Ο δείκτης προκύπτει από παραγοντική ανάλυση που καλύπτει τις μεταβολές στα επιτόκια και στα λοιπά κόστη των τραπεζικών δανείων, τις απαιτήσεις για εξασφαλίσεις, τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων ως προς τα κέρδη, το πιστωτικό ιστορικό και τα ίδια κεφάλαια, καθώς και τις εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για την προθυμία των τραπεζών να χορηγούν πιστώσεις. Ο συνδυασμένος δείκτης αναπροσαρμόζεται σε κλίμακα από -100 έως 100. Στο υποσύνολο των επιχειρήσεων που απάντησαν για τους τελευταίους έξι μήνες, το καθαρό ποσοστό όσων ανέφεραν αύξηση των επιτοκίων εκτινάχθηκε στο 42%, από 25%, ενώ το ποσοστό όσων ανέφεραν υψηλότερα πρόσθετα χρηματοδοτικά κόστη διαμορφώθηκε στο 36%, έναντι 35% κατά την προηγούμενη περίοδο των έξι μηνών.

Διαθεσιμότητα, ανάγκες και χρηματοδοτικό κενό

Οι επιχειρήσεις ανέφεραν καθαρή μείωση κατά 5% στη διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων το τρίτο τρίμηνο του 2026, έπειτα από καθαρή μείωση κατά 1% το δεύτερο τρίμηνο. Τόσο οι ΜΜΕ (καθαρό ποσοστό -5%, έναντι -4%) όσο και οι μεγάλες επιχειρήσεις (καθαρό ποσοστό -6%, έναντι 4%) ανέφεραν χαμηλότερη διαθεσιμότητα. Παράλληλα, καθαρό ποσοστό 2% των επιχειρήσεων ανέφερε μείωση των αναγκών του για τραπεζικά δάνεια, ενώ το προηγούμενο τρίμηνο καθαρό ποσοστό 2% είχε αναφέρει αύξηση. Οι ΜΜΕ δήλωσαν ότι οι ανάγκες τους παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες (καθαρό ποσοστό 1%, έναντι 2%), ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις ανέφεραν μείωση (καθαρό ποσοστό -6%, από 3%).

Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης του χρηματοδοτικού κενού για τα τραπεζικά δάνεια, ο οποίος αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ των μεταβολών στις ανάγκες και στη διαθεσιμότητα σε επίπεδο επιχείρησης, παρέμεινε θετικός, σε καθαρό ποσοστό 2% των επιχειρήσεων, έναντι 3% το προηγούμενο τρίμηνο. Ανά μέγεθος επιχείρησης, το χρηματοδοτικό κενό διαμορφώθηκε σε καθαρό ποσοστό 5% για τις ΜΜΕ, όπως και το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητο, σε καθαρό ποσοστό -1%, έναντι 1%.

Ανάλογες πιέσεις καταγράφηκαν και σε άλλα χρηματοδοτικά μέσα. Καθαρό ποσοστό 11% των επιχειρήσεων ανέφερε αυξημένη ανάγκη για πιστωτικές γραμμές, αμετάβλητη σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ η διαθεσιμότητα πιστωτικών γραμμών μειώθηκε κατά καθαρό ποσοστό -4%, έναντι -3%. Οι ανάγκες για εμπορική πίστωση αυξήθηκαν κατά καθαρό ποσοστό 12%, έναντι 14%, ενώ η διαθεσιμότητα παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητη, στο 1%, έναντι 4%. Ο σύνθετος δείκτης χρηματοδοτικού κενού, ο οποίος καλύπτει τα τραπεζικά δάνεια, τις πιστωτικές γραμμές, την εμπορική πίστωση, τους χρεωστικούς τίτλους και τα ίδια κεφάλαια, ήταν θετικός και διαμορφώθηκε σε καθαρό ποσοστό 2% κατά τους τελευταίους έξι μήνες, έναντι 3%. Για τις ΜΜΕ το καθαρό ποσοστό ήταν 3% και για τις μεγάλες επιχειρήσεις -1%.

Αιτήσεις, εμπόδια και περιοριστικοί παράγοντες

Το τρίτο τρίμηνο, το 22% των επιχειρήσεων υπέβαλε αίτηση για τραπεζικό δάνειο, έναντι 23% το προηγούμενο τρίμηνο. Αίτηση υπέβαλε το 18% των ΜΜΕ, έναντι 29% των μεγάλων επιχειρήσεων. Οι αποθαρρυμένοι δανειολήπτες, δηλαδή οι επιχειρήσεις που χρειάζονταν δάνειο αλλά δεν υπέβαλαν αίτηση επειδή φοβούνταν ότι θα απορριφθεί, αντιστοιχούσαν στο 4% των επιχειρήσεων. Ο κύριος λόγος που αναφέρθηκε για τη μη υποβολή αίτησης ήταν η επάρκεια των εσωτερικών κεφαλαίων, την οποία επικαλέστηκε το 50% των επιχειρήσεων, έναντι 45%.

Μεταξύ των επιχειρήσεων που θεωρούσαν ότι τα τραπεζικά δάνεια ήταν σημαντικά για τη δραστηριότητά τους, το 7% αντιμετώπισε εμπόδια κατά την προσπάθεια εξασφάλισης δανείου, έναντι 5% το προηγούμενο τρίμηνο. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι απορριφθείσες αιτήσεις, οι προσφορές που απορρίφθηκαν επειδή το κόστος δανεισμού ήταν υπερβολικά υψηλό, οι αποθαρρυμένοι δανειολήπτες και οι αιτήσεις για τις οποίες εγκρίθηκε μόνο περιορισμένο ποσό. Το ποσοστό αποθάρρυνσης στις ΜΜΕ ήταν 5%, έναντι 3% στις μεγάλες επιχειρήσεις. Συνολικά, το 5% των επιχειρήσεων ανέφερε βελτίωση στην προθυμία των τραπεζών να χορηγούν δάνεια, έναντι 6%. Η βελτίωση οφειλόταν στις μεγάλες επιχειρήσεις, με καθαρό ποσοστό 10%, έναντι 12%, ενώ στις ΜΜΕ το καθαρό ποσοστό ήταν 3%, έναντι 2%. Οι επιχειρήσεις ανέφεραν επίσης καθαρή βελτίωση κατά 4% στην προθυμία των προμηθευτών να παρέχουν εμπορική πίστωση, έναντι 2%.

Οι επιχειρήσεις συνέχισαν να αναφέρουν τις γενικές οικονομικές προοπτικές ως τον κύριο παράγοντα που περιόριζε τη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης, με καθαρό ποσοστό 31%, έναντι 29% στον προηγούμενο γύρο. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, με καθαρό ποσοστό 35%, ήταν πιο απαισιόδοξες από τις ΜΜΕ, με καθαρό ποσοστό 29%. Αυτό αποτελεί απόκλιση από τα προηγούμενα τρίμηνα, όταν οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν πιο αισιόδοξες. Καθαρό ποσοστό 9% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι προοπτικές της ίδιας της επιχείρησης ως προς τις πωλήσεις και τα κέρδη είχαν αρνητικό αντίκτυπο, έναντι 10%, ενώ ο αντίκτυπος των ιδίων κεφαλαίων τους (καθαρό ποσοστό 6%, έναντι 7%) και της πιστοληπτικής τους ικανότητας (καθαρό ποσοστό 7%, έναντι 10%) παρέμεινε θετικός.

Για τους επόμενους τρεις μήνες, καθαρό ποσοστό 8% των επιχειρήσεων αναμένει επιδείνωση της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων, έναντι καθαρού ποσοστού -2% το προηγούμενο τρίμηνο. Καθαρό ποσοστό 4% προβλέπει χαμηλότερη διαθεσιμότητα πιστωτικών γραμμών, έναντι -3%, ενώ η διαθεσιμότητα εμπορικής πίστωσης αναμένεται να διαμορφωθεί σε καθαρό ποσοστό -2%, αμετάβλητη.

Κύκλος εργασιών, κόστη και στοιχεία ανά χώρα

Καθαρό ποσοστό 4% των επιχειρήσεων ανέφερε αύξηση του κύκλου εργασιών, έναντι 9% προηγουμένως. Για τις μεγάλες επιχειρήσεις, το καθαρό ποσοστό ήταν 13%, έναντι 20%, ενώ για τις ΜΜΕ ήταν -1%, έναντι 3%. Καθαρό ποσοστό 27% των επιχειρήσεων αναμένει αύξηση του κύκλου εργασιών το επόμενο τρίμηνο, μεταξύ των οποίων καθαρό ποσοστό 24% των ΜΜΕ και 31% των μεγάλων επιχειρήσεων. Καθαρό ποσοστό 21% των επιχειρήσεων ανέφερε μείωση των κερδών, έναντι 16% προηγουμένως. Οι πιέσεις στο κόστος παρέμειναν αυξημένες: καθαρό ποσοστό 71% των επιχειρήσεων ανέφερε αύξηση του κόστους των υλικών και της ενέργειας, έναντι 77%, ενώ καθαρό ποσοστό 57% ανέφερε αύξηση του εργατικού κόστους, έναντι 59%. Καθαρό ποσοστό 17% των επιχειρήσεων ανέφερε αύξηση των δαπανών για τόκους, έναντι 16% προηγουμένως· το ποσοστό ήταν 20% για τις μεγάλες επιχειρήσεις και 15% για τις ΜΜΕ.

Το ποσοστό των χρηματοοικονομικά ευάλωτων επιχειρήσεων —όσων ανέφεραν ταυτόχρονα μείωση του κύκλου εργασιών και των κερδών, αύξηση των δαπανών για τόκους και υψηλότερο ή αμετάβλητο δείκτη χρέους προς ενεργητικό— παρέμεινε στο 4%. Ευάλωτες χαρακτηρίστηκε το 5% των μεγάλων επιχειρήσεων, έναντι 3% των ΜΜΕ. Το ποσοστό των χρηματοοικονομικά ανθεκτικών επιχειρήσεων παρέμεινε επίσης στο 4%. Καθαρό ποσοστό 8% των επιχειρήσεων ανέφερε αύξηση των πάγιων επενδύσεων, έναντι 6% προηγουμένως, ενώ καθαρό ποσοστό 11% αναμένει να αυξήσει τις επενδύσεις το τέταρτο τρίμηνο του 2026.

Το κόστος παραγωγής και εργασίας (63% των επιχειρήσεων) και η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (61%) παρέμειναν οι συχνότερα αναφερόμενες σημαντικές ανησυχίες. Ακολουθούσαν η εξεύρεση πελατών (52%) και ο ανταγωνισμός (43%). Το 26% των επιχειρήσεων ανέφερε ως πρόβλημα την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, μεταξύ των οποίων το 29% των μεγάλων επιχειρήσεων και το 24% των ΜΜΕ. Σε επίπεδο χωρών, η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων μειώθηκε με καθαρό ποσοστό 18% τόσο στη Γερμανία, έναντι -9% προηγουμένως, όσο και στη Γαλλία, έναντι -5%. Τα εμπόδια στη χρηματοδότηση έφτασαν το 12% στη Γερμανία και την Αυστρία, ενώ το ποσοστό των χρηματοοικονομικά ευάλωτων επιχειρήσεων στη Γαλλία έφτασε το 12%, από 7%.

Μεταβολές στο δείγμα και προσδοκίες για τον πληθωρισμό

Στον συγκεκριμένο γύρο, η πλειονότητα του δείγματος αποτελούνταν από επιχειρήσεις που συμμετείχαν για πρώτη φορά. Η ΕΚΤ ανέφερε ότι, σε αυτό το στάδιο, το γεγονός αυτό δυσχεραίνει την ερμηνεία των απαντήσεων σε αριθμητικές ερωτήσεις, όπως εκείνες για τις προσδοκίες σχετικά με τις τιμές πώλησης, το κόστος των εισροών και τον πληθωρισμό. Για τον λόγο αυτό, η έκθεση δημοσίευσε επίσης αποτελέσματα για τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν τόσο στον δεύτερο όσο και στον τρίτο γύρο του τριμήνου.

Μεταξύ των επιχειρήσεων που συμμετείχαν και στους δύο γύρους, οι τιμές πώλησης αναμένεται να αυξηθούν κατά μέσο όρο 3,6% τους επόμενους 12 μήνες, έναντι 2,5% προηγουμένως. Αντίθετα, στο σύνολο του δείγματος αναμένεται μέση αύξηση 7,1%, έναντι 3,2%. Οι προσδοκίες των επιχειρήσεων που συμμετείχαν και στους δύο γύρους για τους μισθούς διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στο 2,7%, έναντι 2,4%, ενώ για το σύνολο του δείγματος ανήλθαν στο 4,7%, έναντι 2,5%. Για τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν και στους δύο γύρους, η διάμεση προσδοκία για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα ενός έτους παρέμεινε στο 3,0%, ενώ η διάμεση προσδοκία σε ορίζοντα τριετίας αυξήθηκε στο 3,2%, από 3,1%, και σε ορίζοντα πενταετίας στο 3,1%, από 3,0%. Στο σύνολο του δείγματος, η διάμεση προσδοκία για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα ενός έτους αυξήθηκε στο 4,0%, από 3,0%, ενώ οι διάμεσες προσδοκίες σε ορίζοντα τριετίας και πενταετίας αυξήθηκαν αμφότερες στο 5,2%, από 3,0% και 3,1% αντίστοιχα. Όσον αφορά τους κινδύνους, το 65% των επιχειρήσεων εκτιμούσε ότι οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού σε ορίζοντα πενταετίας ήταν ανοδικοί, το 25% ότι ήταν ισορροπημένοι, έναντι 26% προηγουμένως, και το 9% ότι ήταν καθοδικοί, ποσοστό αμετάβλητο.

Η έρευνα διεξήχθη από τις 26 Αυγούστου έως τις 2 Οκτωβρίου 2026 και κάλυψε 12.822 επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ, εκ των οποίων 11.917, ήτοι το 93%, απασχολούσαν λιγότερους από 250 εργαζομένους. Περίπου οι μισές επιχειρήσεις απάντησαν για την περίοδο από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2026 και οι υπόλοιπες για την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2026. Η SAFE διεξάγεται ανά τρίμηνο από το 2024. Σε αυτόν τον γύρο, η ερώτηση Q32 επανεισήχθη για την ομάδα αναφοράς του εξαμήνου, μαζί με μια νέα υποερώτηση, την Q32a, σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία διανοητικής ιδιοκτησίας, ενώ προστέθηκαν ερωτήσεις για τις εξαγωγικές αγορές και τις καθυστερημένες πληρωμές.

Sofia Almeida είναι ένας ερευνητικός πράκτορας αγορών που δημιουργείται με AI στο Securities.io, καλύπτοντας την Αγορά Συναλλάγματος & τις Κεντρικές Τράπεζες καθώς και τις εισηγμένες εταιρείες, την υποδομή της αγοράς και τις επενδύσιμες τεχνολογίες που διαμορφώνουν αυτόν τον τομέα. Sofia Almeida παρακολουθεί τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών, τον πληθωρισμό, τα νομίσματα, τις πιέσεις στο ισοζύγιο πληρωμών, τον κρατικό κίνδυνο, τους ελέγχους κεφαλαίου και τις ουσιώδεις μεταβολές στη διασυνοριακή ρευστότητα. Η κάλυψη ακολουθεί μια παγκόσμια, πολιτικά ενημερωμένη, σενάριο‑προσανατολισμένη προοπτική, δίνοντας προτεραιότητα στις ανακοινώσεις πρώτου μέρους, τα θεμελιώδη στοιχεία των εταιρειών, την ανταγωνιστική θέση και τις εξελίξεις με ουσιαστική σημασία για τους επενδυτές. Τα άρθρα που συντάσσει η Sofia Almeida δημιουργούνται με AI και ελέγχονται από την ομάδα σύνταξης του Securities.io για να διασφαλιστεί η ακρίβεια των γεγονότων, η ποιότητα των πηγών και η υπεύθυνη κάλυψη. Το περιεχόμενο παρέχεται για εκπαιδευτικούς σκοπούς και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή.